—
Η Ανάσα που Δεν Πρέπει να Γίνει Αποχαύνωση
Μετά από χρόνια αγωνίας και περιορισμών στην κατανάλωση νερού, η Αθήνα και η Αττική αναπνέουν λίγο ευκολότερα. Οι ισχυρές βροχοπτώσεις του χειμώνα έδωσαν μια σημαντική «ανάσα» στους ταμιευτήρες, με τα αποθέματα να φτάνουν τα 683,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα. Η λίμνη του Μόρνου, ο κύριος ταμιευτήρας που τροφοδοτεί την πρωτεύουσα, έχει ανακάμψει σημαντικά από τις κρίσιμες στάθμες του περασμένου καλοκαιριού.
Ωστόσο, ειδικοί υδρολόγοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο εφησυχασμού. Η φετινή καλή υδρολογική χρονιά δεν πρέπει να μας παραπλανήσει σχετικά με τις δομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Σύμφωνα με τα δορυφορικά δεδομένα που επεξεργάστηκε το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, η έκταση της λίμνης του Μόρνου στις 21 Φεβρουαρίου ανέρχεται σε 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα, περίπου 26% χαμηλότερη από τη μέση τιμή του Φεβρουαρίου για την περίοδο 2006-2024.

Το Φαινόμενο της Εμμονής και ο Κίνδυνος που Παραμένει
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της υδρολογικής έρευνας είναι το λεγόμενο «φαινόμενο της εμμονής» ή «φαινόμενο Hurst». Αυτό περιγράφει το γεγονός ότι οι ακραίες υδρολογικές συνθήκες – όπως οι παρατεταμένες ξηρασίες – έχουν την τάση να ομαδοποιούνται χρονικά. Ιστορικά παραδείγματα, όπως η ξηρασία του 1988-1994, δείχνουν ότι ακόμη και μια καλή υδρολογική χρονιά ενδιάμεσα δεν αποτρέπει την επάνοδο του φαινομένου για πολλά χρόνια.
Η κλιματική κρίση επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση. Η Μεσόγειος χαρακτηρίζεται πλέον ως «hotspot» της κλιματικής αλλαγής, με τις αυξημένες θερμοκρασίες να εντείνουν την εξατμοδιαπνοή. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και με σταθερές βροχοπτώσεις, το διαθέσιμο γλυκό νερό μειώνεται. Επιπλέον, η περιορισμένη χιονοκάλυψη στα ορεινά – ένα φαινόμενο που παρατηρείται και φέτος – μειώνει τη φυσική αποθήκευση νερού που αποδεσμεύεται σταδιακά την άνοιξη.
Η Κρίση των Νησιών και η Ανομοιόμορφη Κατανομή
Ενώ η ηπειρωτική Ελλάδα, ιδιαίτερα η Δυτική Στερεά, έχει ωφεληθεί σημαντικά από τις φετινές βροχοπτώσεις, τα ελληνικά νησιά αντιμετωπίζουν εντελώς διαφορετική κατάσταση. Η χωρική κατανομή της βροχόπτωσης στην Ελλάδα είναι παραδοσιακά άνιση, με την Πίνδο να λειτουργεί ως φυσικό εμπόδιο που αποκόπτει τα βροχοφόρα συστήματα από τα νησιά.

Στα περισσότερα νησιά, το συνολικό ύψος βροχής παραμένει υποτετραπλάσιο σε σχέση με την ηπειρωτική χώρα. Οι μικρές λεκάνες απορροής και η περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης στους υπόγειους υδροφορείς δημιουργούν ένα ευάλωτο περιβάλλον. Η υπεράντληση των υπόγειων υδάτων, συνδυασμένη με τους ήπιους χειμώνες, οδηγεί σε μόνιμη υποβάθμιση και φαινόμενα υφαλμύρισης. Γι’ αυτό, πολλά νησιά στρέφονται προς τις μονάδες αφαλάτωσης, ωστόσο αυτές πρέπει να ενταχθούν σε ορθολογικό σχέδιο και όχι να αποτελούν αποσπασματικές λύσεις έκτακτης ανάγκης.
Από τη Διαχείριση Κρίσης στη Διαχείριση Κινδύνου
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η πολιτεία πρέπει να μετακινηθεί οριστικά από τη «διαχείριση κρίσης» στη «διαχείριση κινδύνου». Ένα από τα κύρια προβλήματα στην Ελλάδα είναι ότι οι περίοδοι ξηρασίας χρησιμοποιούνται συχνά ως επικοινωνιακό παράθυρο για την επιτάχυνση αναθέσεων που στερούνται μακροχρόνιου σχεδιασμού.
Οι βασικές κινήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη θεσμική θωράκιση, την ανάπτυξη συστημάτων υποστήριξης αποφάσεων, αυστηρό έλεγχο της ζήτησης και μείωση των απωλειών στα δίκτυα διανομής. Παράλληλα, απαιτείται ενίσχυση της υδατικής παιδείας στην κοινωνία, ώστε να αντιληφθούμε όλοι ότι η αφθονία του νερού δεν είναι πλέον δεδομένη.
Η φετινή ανάκαμψη των ταμιευτήρων πρέπει να εκληφθεί ως σπάνια ευκαιρία για λελογισμένη θωράκιση και όχι για αναπαυσιακή αδράνεια. Το νερό είναι κοινωνικό αγαθό και απαιτεί υποδειγματική διαφάνεια και επιστημονική τεκμηρίωση στη διαχείρισή του.
