Η Alpha Bank υπέγραψε δεσμευτικές συμφωνίες για την απόκτηση του 69,61% της Alpha Trust Συμμετοχών, με προσφερόμενο τίμημα στα 20,20 ευρώ ανά μετοχή. Ταυτόχρονα, ανακοίνωσε προαιρετική δημόσια πρόταση για τις υπόλοιπες μετοχές, στοχεύοντας τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας.
Τι ακριβώς έγινε με την απόκτηση της Alpha Trust
Η συναλλαγή κλείστηκε με τιμή 20,20 ευρώ ανά μετοχή, που υπερβαίνει κατά 55,71% τη μέση χρηματιστηριακή τιμή του εξαμήνου. Η Alpha Bank εξασφάλισε ήδη το 69,61% του μετοχικού κεφαλαίου μέσω οριστικών συμβάσεων με βασικούς μετόχους.
Η ολοκλήρωση της συναλλαγής και της δημόσιας πρότασης αναμένεται έως το τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026, υπό την προϋπόθεση λήψης των απαραίτητων εποπτικών εγκρίσεων.
Η Alpha Trust διαχειρίζεται κεφάλαια που υπερβαίνουν τα 2,2 δισ. ευρώ και εξυπηρετεί πελάτες λιανικής τραπεζικής, private banking και θεσμικούς επενδυτές. Η εταιρεία λειτουργεί για τρεις δεκαετίες και διαθέτει σημαντική παρουσία στην ελληνική αγορά wealth management.

Στρατηγική μετατροπή και ενοποίηση δραστηριοτήτων
Μετά την ολοκλήρωση, η δραστηριότητα wealth management της Alpha Trust θα ενσωματωθεί στον τομέα Private Banking της Alpha Bank. Η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων θα μεταφερθεί στην Alpha Asset Management Α.Ε.Δ.Α.Κ., ενισχύοντας την επενδυτική πλατφόρμα του ομίλου.
Η ανώτερη διοικητική ομάδα της Alpha Trust, συμπεριλαμβανομένου του ιδρυτή και του CEO, θα συνεχίσει τη συνεργασία σε μακροπρόθεσμη βάση. Αυτή η απόφαση διασφαλίζει τη διατήρηση ταλέντου και τη συνέχεια στη στρατηγική ανάπτυξης.
Οι στόχοι της Alpha Bank για διαχείριση περιουσίας
Η Alpha Bank επιδιώκει να ενισχύσει την ηγετική της θέση στον τομέα διαχείρισης περιουσίας. Στόχοι περιλαμβάνουν τη διεύρυνση της πελατειακής βάσης, ιδίως σε εύπορους πελάτες, και την ενίσχυση της γκάμας προϊόντων με αμοιβαία κεφάλαια και εναλλακτικές επενδύσεις.
Η διαχείριση περιουσίας αποτελεί βασικό πυλώνα στρατηγικής ανάπτυξης, ιδίως λόγω της αυξανόμενης ζήτησης για επενδυτικές λύσεις και της χαμηλής διείσδυσης σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ενσωμάτωση αναμένεται να διαφοροποιήσει τις πηγές εσόδων και να ενισχύσει τα έσοδα από προμήθειες, ενώ θα υποστηρίξει την ανάπτυξη ολοκληρωμένης στρατηγικής διαχείρισης υπεράκτιου πλούτου.
