Στα 12,8 δισ. δολάρια εκτινάχθηκαν οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ. Το άλμα καταγράφηκε σε σχέση με το 2024 και σηματοδοτεί νέο ρεκόρ.
Τι ακριβώς συνέβη
Ο ΟΟΣΑ ανακοίνωσε ότι οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (ΞΑΕ) στην Ελλάδα έφτασαν τα 12,8 δισ. δολάρια το 2025. Το ποσό αυτό είναι 69% υψηλότερο από το 2024 και πάνω από 50% υψηλότερο σε σχέση με το προηγούμενο ρεκόρ του 2022, όταν οι εισροές είχαν διαμορφωθεί στα 8,4 δισ. δολάρια. Η συντριπτική πλειονότητα των εισροών έγινε με απόκτηση μετοχικού κεφαλαίου, που ανήλθε σε 10,5 δισ. δολάρια ή στο 82% του συνόλου. Οι επανεπενδύσεις κερδών έφτασαν τα 2 δισ. δολάρια (15,5%) και ο δανεισμός από μητρικές επιχειρήσεις μόλις 321 εκατ. δολάρια (2,5%).
Αντιδράσεις ή πλαίσιο ή επιπτώσεις
Το άλμα σημειώθηκε παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις διεθνείς εμπορικές εντάσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι ΞΑΕ μειώθηκαν κατά 6% το 2025, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο οι εισροές αυξήθηκαν σε 1,66 τρισ. δολάρια. Στην Ελλάδα οι επενδύσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Το 2022-2024 οι υπηρεσίες συγκέντρωσαν μεταξύ 59% και 85% των εισροών. Πρωταγωνιστές αναδείχθηκαν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες με πάνω από 2,5 δισ. δολάρια και ο κλάδος real estate με εισροές από 973 εκατ. έως 2,1 δισ. δολάρια. Ο κλάδος πληροφορικής-επικοινωνιών προσέλκυσε 320-500 εκατ. δολάρια στην τριετία. Στη μεταποίηση, οι σημαντικότερες εισροές το 2024 αφορούσαν τρόφιμα και μέταλλα/μηχανολογικό εξοπλισμό, με 206 εκατ. δολάρια ο καθένας.
Τι ακολουθεί / ανάλυση
Το μεγαλύτερο μερίδιο επενδύσεων με μετοχικό κεφάλαιο δείχνει μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον από ξένες εταιρείες. Το απόθεμα των ΞΑΕ έχει διπλασιαστεί από το 2018 και είναι τριπλάσιο σε σχέση με το 2016. Παρόλα αυτά παραμένει χαμηλό σε διεθνή σύγκριση, κάτι που δίνει περιθώρια περαιτέρω προσέλκυσης κεφαλαίων. Η συγκέντρωση σε υπηρεσίες και real estate σημαίνει δυνατότητα για νέες θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, αλλά και ανάγκη για ενίσχυση βιομηχανικών επενδύσεων. Οι εξελίξεις το 2026 θα εξαρτηθούν από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και τις τοπικές πολιτικές προσέλκυσης επενδύσεων.
