Οι ΗΠΑ εξετάζουν δίωξη κατά Ραούλ Κάστρο για την κατάρριψη αεροσκαφών το 1996, όπως μετέδωσαν χθες διεθνή μέσα. Η είδηση ήρθε ενώ ο διευθυντής της CIA βρισκόταν στην Αβάνα.
Τι ακριβώς συνέβη
Στις 24 Φεβρουαρίου 1996 η κουβανική πολεμική αεροπορία κατέρριψε δύο Τσέσνα της οργάνωσης Brothers to the Rescue. Τα αεροσκάφη πετούσαν έξω από τις κουβανικές ακτές. Τρεις από τους νεκρούς ήταν Αμερικανοί πολίτες.

Οι ΗΠΑ εξετάζουν τώρα την άσκηση δίωξης εις βάρος του 94χρονου Ραούλ Κάστρο. Πηγές του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης ανέφεραν πως πρόκειται για υπόθεση που αφορά την ενέργεια του 1996 και θα απαιτήσει συζήτηση ενώπιων σώματος ενόρκων.
Μέλη του Κογκρέσου και αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι ο Κάστρο, ως τότε υπουργός Άμυνας, φέρεται να διέταξε την επιχείρηση. Ο Ραούλ Κάστρο αποχώρησε από την προεδρία το 2018 και από το αξίωμα του γραμματέα του ΚΚ το 2021, αλλά διατηρεί επιρροή στο στρατό και ως σύμβουλος του προέδρου Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ.

Αντιδράσεις και πλαίσιο
Ο ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, χαιρέτισε την πρόθεση δίωξης μέσω της πλατφόρμας X. Στην Ουάσινγκτον υπάρχουν φωνές που ζητούν επί χρόνια δικαιοσύνη για τα θύματα του 1996.
Η κίνηση σημειώνεται σε περίοδο έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ–Κούβας. Μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025, η Ουάσινγκτον επανέφερε την Κούβα στη λίστα κρατών που θεωρεί ότι υποστηρίζουν την τρομοκρατία.

Ταυτόχρονα, η επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στην Αβάνα και οι συναντήσεις του με κορυφαίους αξιωματούχους πληροφοριών της Κούβας δίνουν διπλωματικό υπόβαθρο στην εξέλιξη. Η Κούβα αντιμετωπίζει ενεργειακή κρίση, εν μέσω πετρελαϊκού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ.
Τι ακολουθεί / Ανάλυση
Αν η αμερικανική κυβέρνηση προχωρήσει σε δίωξη, θα χρειαστεί να σχηματιστεί σώμα ενόρκων και η υπόθεση θα απασχολήσει διεθνώς. Η προσπάθεια αποδίδει έμφαση στη νομιμότητα και την πίεση για λογοδοσία, χωρίς όμως να αποκλείει διπλωματικές επιπτώσεις.
Η ελληνική οπτική προκρίνει σταθερότητα και διπλωματία. Μια τέτοια κίνηση από την Ουάσινγκτον μπορεί να εντείνει εντάσεις, αλλά ταυτόχρονα δείχνει αποφασιστικότητα στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Η εξέλιξη θα παρακολουθείται στενά από κυβερνήσεις και διεθνείς θεσμούς.
