Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι θα έπρεπε να είχε ζητήσει περισσότερα στην αγορά μετοχών της Intel. Η δήλωση επανέφερε στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία της αμερικανικής παρέμβασης στον κλάδο των μικροτσίπ.
Τι ακριβώς συνέβη
Τον Αύγουστο η κυβέρνηση των ΗΠΑ απέκτησε μερίδιο 9,9% στην Intel μέσω κρατικών υποστηρίξεων κοντά στα 9 δισ. δολάρια. Ο Τραμπ, σε συνέντευξη στο Fortune τον Μάιο 2026, είπε πως «έπρεπε να είχα ζητήσει περισσότερο» όταν διαπραγματευόταν με τον CEO της Intel, Πατ Γκέλσίνγκερ. Η μετοχή της Intel έχει εκτιναχθεί πάνω από 300% μετά τη συμφωνία. Πηγές του κλάδου αναφέρουν πως η Apple και η Tesla εξετάζουν συνεργασίες με την Intel για chips. Ο διευθύνων σύμβουλος της Intel τόνισε πρόσφατα ότι οι CPU επανέρχονται στο επίκεντρο λόγω ζήτησης για data centers και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Αντιδράσεις και πλαίσιο
Η κίνηση της Ουάσιγκτον κρίνεται από ειδικούς ως σαφής στρατηγική απάντηση στην εξάρτηση από ασιακούς παραγωγούς, ιδίως την TSMC. Το ταξίδι του Τραμπ στο Πεκίνο και η ταυτόχρονη αναδιάταξη στρατευμάτων από την Ευρώπη δείχνουν μετατόπιση προτεραιοτήτων. Στην Ελλάδα και την Ευρώπη αναλυτές εκφράζουν ανησυχία για τη μείωση αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Ταυτόχρονα, η στήριξη στην Intel δείχνει πως η Ουάσιγκτον προτιμά σιγά-σιγά οικονομικές και τεχνολογικές λύσεις αντί αποκλειστικά στρατιωτικών δεσμεύσεων.
Τι ακολουθεί / Ανάλυση
Η αναβάθμιση της Intel αλλάζει τις ισορροπίες στην αγορά ημιαγωγών. Αν η Apple και η Tesla προχωρήσουν σε συμφωνίες, η αμερικανική προμήθεια chips θα ενισχυθεί ουσιαστικά. Για την Ευρώπη αυτό σημαίνει διπλή πρόκληση: να διαφυλάξει επιχειρηματικά συμφέροντα και να ενισχύσει την αμυντική συνεργασία με τον δυτικό άξονα. Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να δει στην κινητικότητα αυτή ευκαιρίες για συνεργασίες τεχνολογίας και επενδύσεις. Η διπλωματία και η σταθερότητα παραμένουν κρίσιμα στοιχεία για την αντιμετώπιση των νέων γεωπολιτικών ρευμάτων.
