—
Η Γλώσσα της Σύνδεσης: Όταν ο Εγκέφαλος Ξεπερνά τα Όρια
Σε ένα δωμάτιο του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, μια μητέρα και το δίγλωσσο παιδί της παίζουν με τουβλάκια και αστείες φατσούλες. Κάθε φορά που αλλάζει η γλώσσα της συνομιλίας, κάτι μαγικό συμβαίνει στους εγκεφάλους τους. Δεν είναι απλά λέξεις που ανταλλάσσονται, αλλά νευρωνικά δίκτυα που συγχρονίζονται με αρμονία, δημιουργώντας μια σύνδεση που ξεπερνά τα γλωσσικά σύνορα.
Αυτή είναι η ουσία μιας πρωτοποριακής έρευνας που διεξάγεται από την ελληνίδα νευροεπιστήμονα Ευστρατία Παπουτσέλου και την ερευνητική της ομάδα. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Frontiers in Cognition», απαντά σε ένα ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερες οικογένειες σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο: Επηρεάζει η διγλωσσία τη συναισθηματική σύνδεση μεταξύ γονέων και παιδιών;
Η Μουσική του Εγκεφάλου
Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι μια ταυτόχρονη δραστηριότητα νευρωνικών δικτύων που συμβαίνει όταν άνθρωποι αλληλεπιδρούν. Σύμφωνα με την κ. Παπουτσέλου, είναι σχεδόν σαν δύο μουσικά όργανα που παίζουν μαζί — δεν παίζουν απαραίτητα τον ίδιο ρυθμό, αλλά στο τέλος συγχρονίζονται και δημιουργούν κάτι που βγάζει νόημα.
Η έρευνα έγινε ιδιαίτερα επίκαιρη καθώς, σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου, το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε δραματικά από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023. Παρ’ όλα αυτά, τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονταν από επιστημονικές μελέτες, με αποτέλεσμα τα διαθέσιμα δεδομένα να μην αντανακλούν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.
Η ερευνήτρια, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λέσβο, σπούδασε νευροεπιστήμες στο King’s College του Λονδίνου και διαπίστωσε αυτό το κενό ζώντας χρόνια στη Βρετανία, όπου συναντώνται συχνά παιδιά με δύο ή περισσότερες μητρικές γλώσσες.
Η Πειραματική Διαδικασία
Στην έρευνα συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων-παιδιών που ζουν στη Βρετανία. Τα παιδιά, ηλικίας 3 έως 4 ετών, είχαν γεννηθεί στη χώρα και μεγάλωναν σε δίγλωσσο περιβάλλον, ενώ οι μητέρες είχαν διαφορετικές μητρικές γλώσσες και υψηλό επίπεδο γνώσης αγγλικών.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη μέθοδο του hyperscanning — την ταυτόχρονη μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας δύο ατόμων που αλληλεπιδρούν. Μητέρες και παιδιά φορούσαν ειδικούς σκούφους με οπτικούς αισθητήρες (fNIRS) κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Τα ζεύγη κλήθηκαν να παίξουν με τρεις τρόπους: επικοινωνώντας στη μητρική γλώσσα της μητέρας, στα αγγλικά, και ο καθένας μόνος του σε διαφορετικούς χώρους.
Τα Αποτελέσματα: Μια Θετική Έκπληξη
Τα ευρήματα ήταν ενθαρρυντικά. Το παιχνίδι μεταξύ μητέρων και παιδιών δημιουργούσε εγκεφαλικό συγχρονισμό και στις δύο γλωσσικές συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη σύνδεση μεταξύ των εγκεφάλων — μια σύνδεση κρίσιμη για τη δημιουργία δεσμών και την επικοινωνία.
Ο συγχρονισμός ήταν ιδιαίτερα ισχυρός στον προμετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου, έναν κόμβο λήψης αποφάσεων, σχεδιασμού, συνεργασίας και συναισθημάτων. Ισχυρός, αλλά ασθενέστερος, ήταν ο συγχρονισμός στην κροταφοβρεγματική περιοχή, που ρυθμίζει την κατανόηση του άλλου.
«Η αλληλεπίδραση στα παιδιά είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί τους βοηθά στην ανάπτυξη, στην εκμάθηση της γλώσσας, τους βοηθά να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους και να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες», υπενθυμίζει η κ. Παπουτσέλου.
Το Μέλλον της Έρευνας
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να συνεχίσει τη μελέτη με οικογένειες που θα έχουν μεγαλύτερο εύρος γνώσης αγγλικών και με την αλληλεπίδραση παιδιών με άλλα μέλη του οικογενειακού περιβάλλοντος. Επιπλέον, ερευνούν ήδη την αλληλεπίδραση μητέρων με παιδιά που έχουν κοχλιακά εμφυτεύματα.
Αυτή η έρευνα ανοίγει νέους ορίζοντες στην κατανόηση του πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος και πώς οι οικογένειες δημιουργούν δεσμούς ανεξάρτητα από τις γλώσσες που μιλούν. Σε ένα κόσμο όπου η διγλωσσία γίνεται όλο και περισσότερο κανόνας, αυτά τα ευρήματα προσφέρουν ένα ισχυρό μήνυμα: η αγάπη και η σύνδεση δεν έχουν γλώσσα.
