Επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα 26 αρχαία αντικείμενα μετά από έρευνες αμερικανικών αρχών στην Ουάσινγκτον στις 23 Απριλίου. Η επιστροφή περιλαμβάνει 25 νομίσματα και τον μαρμάρινο κορμό του Ασκληπιού.
Τι ακριβώς συνέβη
Η Υπηρεσία Ερευνών Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (ICE HSI) παρέδωσε τα 26 αντικείμενα στην ελληνική διπλωματική αποστολή κατά τελετής στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον στις 23 Απριλίου 2026. Τα αντικείμενα περιλαμβάνουν 25 νομίσματα από την αρχαία ελληνική, ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο. Μεταξύ τους ξεχωρίζει ο μαρμάρινος κορμός του Ασκληπιού, ύψους περίπου 40 ίντσες και βάρους περίπου 500 λιβρών, που χρονολογείται στον 1ο ή 2ο αιώνα. Έρευνες της HSI, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων (CBP), το FBI και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οδήγησαν στην κατάσχεση των αντικειμένων. Σε μια από τις υποθέσεις, χρυσό νόμισμα της Λαμψάκου του 370 π.Χ. είχε εξαχθεί παράνομα και πωλήθηκε μέσω μεσαζόντων έναντι 7.000 ευρώ πριν κατασχεθεί.

Αντιδράσεις και πλαίσιο
Ο αναπληρωτής διευθυντής της ICE, Τσαρλς Γουόλ, χαιρέτισε την επιχείρηση και τόνισε τη συνεργασία με ελληνικές και αμερικανικές αρχές. Στην Αθήνα, στελέχη υπουργείων και αρχαιολόγοι εξέφρασαν ικανοποίηση για την επιστροφή. Η HSI επισημαίνει ότι από το 2007 έχουν επιστραφεί πάνω από 200 αντικείμενα στην Ελλάδα. Η διμερή συμφωνία πολιτιστικής ιδιοκτησίας μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας, σε ισχύ από το 2011, αποτέλεσε νομική βάση για πολλές κατασχέσεις. Η ελληνική πλευρά βλέπει την ενέργεια ως ένδειξη διπλωματικής συνεργασίας και σεβασμού στην πολιτιστική κληρονομιά, ενώ οι αμερικανικές υπηρεσίες επισημαίνουν την ανάγκη συνεχούς επιτήρησης των διεθνών αγορών έργων τέχνης.
Τι ακολουθεί / Ανάλυση
Τα 26 αντικείμενα θα μεταφερθούν για καταγραφή και συντήρηση σε ελληνικά μουσεία και αρχεία. Η ελληνική Εφορεία Αρχαιοτήτων θα αναλάβει την τελική τεκμηρίωση και πιθανή έκθεση των ευρημάτων. Οι διωκτικές αρχές και στις δύο πλευρές αναμένεται να συνεχίσουν συνεργασίες για εντοπισμό παράνομων κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας. Η επιστροφή ενισχύει την εικόνα σταθερότητας και αποτελεσματικής διπλωματίας σε θέματα πολιτισμού. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η υπόθεση δείχνει πως συνδυασμός τελωνειακών ελέγχων, δικαστικής διερεύνησης και διεθνούς συνεργασίας φέρνει αποτελέσματα.

