ΣΕΒ και ΙΟΒΕ παρουσίασαν σήμερα την εικόνα της παραγωγικότητας στην Αθήνα. Η μελέτη δείχνει χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας και ανάγκη δράσης.
Τι ακριβώς συνέβη
Στην παρουσίαση που έγινε την Πέμπτη ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος και ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας ανέπτυξαν τα ευρήματα της μελέτης. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο το 2024 παραμένει κοντά στο επίπεδο του 2000. Σήμερα η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανά ώρα εργασίας είναι στο 43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η μελέτη δείχνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε 22% την περίοδο 2000-2024, αλλά η αύξηση προέκυψε κυρίως από μεγαλύτερη απασχόληση και όχι από βελτίωση παραγωγικότητας. Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είναι ο χρηματοπιστωτικός (157.300 ευρώ ανά εργαζόμενο), η βιομηχανία (62.900 ευρώ) και οι τεχνολογίες πληροφορικής & επικοινωνιών (59.700 ευρώ). Επιπλέον, μεγαλύτερες επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας και πλησιάζουν περισσότερο τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αντιδράσεις και πλαίσιο
Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος τόνισε ότι η βελτίωση απαιτεί αύξηση εργατικού δυναμικού και αναβάθμιση δεξιοτήτων. Πρότεινε επαναπατρισμό εξειδικευμένων εργαζομένων, στοχευμένη μετανάστευση με προοπτική ενσωμάτωσης και αύξηση της απασχόλησης των γυναικών. Επισήμανε επίσης ότι η κατάρτιση πρέπει να δίνει έμφαση στις δεξιότητες και λιγότερο στις ακαδημαϊκές γνώσεις.

Για το Ταμείο Ανάκαμψης ο κ. Θεοδωρόπουλος είπε ότι η υλοποίηση πήγε καλά και ότι απορροφήθηκε το δανειακό σκέλος για επιχειρήσεις. Ωστόσο σημείωσε πως τα οφέλη των επενδύσεων στην παραγωγικότητα θα φανούν μακροπρόθεσμα και όχι άμεσα. Στο ίδιο πλαίσιο, προειδοποίησε για την ταχύτητα της υιοθέτησης ψηφιακού μετασχηματισμού και τεχνητής νοημοσύνης από κράτος και επιχειρήσεις.
Τι ακολουθεί / Ανάλυση
Η μελέτη επισημαίνει τέσσερις άμεσες παρεμβάσεις: αύξηση εργαζομένων, ανάπτυξη δεξιοτήτων, μεγέθυνση επιχειρήσεων και ψηφιακός μετασχηματισμός. Ο χρόνος εφαρμογής κρίνεται κρίσιμος καθώς οι δημογραφικές τάσεις δείχνουν περιορισμό της δεξαμενής νέων εργαζομένων. Η μείωση της ανεργίας και η γήρανση του εργατικού δυναμικού δημιουργούν όρια στην ανάπτυξη μέσω απασχόλησης.
Σε κλαδικό επίπεδο, οι πολιτικές θα πρέπει να στοχεύσουν στη στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων για να κλείσουν το χάσμα με τις μεγάλες. Η επένδυση σε δεξιότητες τεχνολογίας και η ταχεία υιοθέτηση ψηφιακών εργαλείων περιλαμβάνονται στα άμεσα μέτρα. Τέλος, η πρόταση του ΣΕΒ για μελέτη σχετικά με μείωση ωρών εργασίας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στήριξης εφόσον αποδειχθεί βελτίωση παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο.
