Οι άνθρωποι κοιμούνται όλο και λιγότερο παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία. Η αλλαγή αυτή συνδέεται με την έκθεση σε οθόνες και τη νυχτερινή ζωή των πόλεων.
Τι ακριβώς συνέβη
Έρευνες του 2023 δείχνουν ότι οι ώρες ύπνου μειώθηκαν σημαντικά σε πολλές χώρες. Στις ΗΠΑ οι ενήλικες κοιμούνται σήμερα λίγο κάτω από 7 ώρες, από πάνω από 8 ώρες τον 20ό αιώνα. Στην Ιαπωνία ο μέσος ύπνος φτάνει περίπου τις 6 ώρες. Δορυφορικά δεδομένα καταγράφουν αύξηση 50% στην νυχτερινή φωτεινότητα από τη δεκαετία του 1990. Σε ανεπτυγμένες πόλεις οι κάτοικοι πηγαίνουν για ύπνο 1-2 ώρες αργότερα σε σχέση με παλαιότερα. Το μπλε φως των smartphone, tablet και τηλεοράσεων καταστέλλει την έκκριση μελατονίνης και καθυστερεί την έναρξη ύπνου.

Αντιδράσεις ή πλαίσιο ή επιπτώσεις
Η μείωση του ύπνου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων και γνωστικής εξασθένησης. Ο ΟΟΣΑ και εθνικές έρευνες εντοπίζουν σταθερή πτώση στη διάρκεια ύπνου. Οι νυχτερινές συνήθειες σε πόλεις όπως Νέα Υόρκη, Σεούλ και Ντουμπάι ωθούν την κοινωνική και επαγγελματική δραστηριότητα μετά τα μεσάνυχτα. Η συνεχής συνδεσιμότητα και οι 24ωρες υπηρεσίες θολώνουν τα όρια ημέρας-νύχτας. Ειδικοί προειδοποιούν για κόπωση, μειωμένη απόδοση και επιβάρυνση της δημόσιας υγείας εάν η τάση συνεχιστεί.
Τι ακολουθεί / ανάλυση
Στο κοντινό μέλλον πολλοί επιστήμονες προτείνουν περιορισμό έκθεσης σε οθόνες πριν τον ύπνο και χρήση φίλτρων μπλε φωτός. Εργασιακά προγράμματα και πολιτικές υγείας μπορεί να προσαρμοστούν για να ενθαρρύνουν σταθερότερο κιρκάδιο ρυθμό. Οι πόλεις θα κληθούν να αναθεωρήσουν τη νυχτερινή τους πολιτική και τον φωτισμό. Αν οι πολίτες υιοθετήσουν καλύτερες συνήθειες ύπνου, ενδέχεται να ανακουφιστεί το φορτίο σε δημόσια συστήματα υγείας και να βελτιωθεί η καθημερινή απόδοση.
Συμπέρασμα: Η σχέση ύπνου και οθονών αλλάζει βαθιά την καθημερινότητα. Η έγκαιρη δράση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο κρίνεται αναγκαία.
