Η Ελλάδα χάνει την πρωτιά στο δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026. Η ανατροπή σημειώνεται καθώς η ιταλική τάση αυξάνει το χρέος της πάνω από το ελληνικό επίπεδο.
Τι ακριβώς συνέβη
Εκτιμήσεις δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα υποχωρήσει κάτω από το 137% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Πέρυσι το ποσοστό βρισκόταν στο 145,5% και από την κορύφωση του 2020 στο σχεδόν 210% έχει μειωθεί δραστικά. Η Ιταλία προβλέπεται να φτάσει πάνω από το 137% του ΑΕΠ, σύμφωνα με προβλέψεις του ΔΝΤ και ιταλικών πηγών.

Ο επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ Δημήτρης Τσάκωνας εκτιμά ότι με συγκρατητικές παραδοχές το ελληνικό χρέος μπορεί να κινηθεί κοντά στο 114% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Το υπουργείο Οικονομικών έχει θέσει στόχο το χρέος κάτω από 120% του ΑΕΠ έως το 2029. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αποπληρώσει περίπου 7 δισ. ευρώ δανειακές υποχρεώσεις εντός του 2026, πριν από το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα.
Αντιδράσεις και πλαίσιο
Η εξέλιξη σχολιάζεται θετικά από κυβερνητικούς κύκλους ως σημάδι δημοσιονομικής σταθερότητας και έγκαιρης εξυπηρέτησης υποχρεώσεων. Η μείωση του χρέους από τα υψηλά του 2020 αναδεικνύεται ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής πολιτικής και της ανάκαμψης της οικονομίας με ρυθμό γύρω στο 2%.

Από την άλλη, αναλυτές ζητούν προσοχή λόγω γεωπολιτικών κινδύνων και των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η Ιταλία αποδίδει το δικό της γρήγορο άλμα του χρέους στη δημοσιονομική της πολιτική και σε φορολογικά κίνητρα προηγούμενων κυβερνήσεων, ενώ η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι εκτιμά ότι τα στεγαστικά μέτρα των προκατόχων επέτειναν το πρόβλημα.
Τι ακολουθεί / Ανάλυση
Στο επόμενο διάστημα η Αθήνα θα επιταχύνει την εξόφληση βραχυπρόθεσμων δανείων και θα συνεχίσει τις πολιτικές για μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Η κυβέρνηση προβάλλει τη στρατηγική της ως συνδυασμό σταθερότητας, ασφάλειας και διπλωματικής διαχείρισης οικονομικών σχέσεων.
Οι δείκτες του 2027–2029 θα κρίνουν αν η Ελλάδα θα διατηρήσει την πορεία προς το 120% του ΑΕΠ. Αν ταχεία απομείωση επιβεβαιωθεί, η Ελλάδα θα βρεθεί σε καλύτερη θέση έναντι της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται συνεπής δημοσιονομική πολιτική και έλεγχος εξωτερικών μεταβλητών για να διατηρηθεί η πρόοδος.
