Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας τόνισε ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί το σημαντικότερο άυλο κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας. Ειδικά εν μέσω της αβεβαιότητας στη Μέση Ανατολή, η χώρα χρειάζεται μια κυβέρνηση που λαμβάνει αποφάσεις με ασφάλεια.
Το 2025 ως ένα από τα καλύτερα έτη για την Ελλάδα
Ο κ. Στουρνάρας χαρακτήρισε το 2025 ως εξαιρετικό για την ελληνική οικονομία. Η ανάπτυξη έκλεισε στο 2,1%, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα δημοσιονομικά μεγέθη παρουσίασαν εξαιρετική εικόνα με μείωση του χρέους και ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα.
Ο τουρισμός παραμένει ο κύριος κινητήρας της οικονομίας, με 45 εκατομμύρια επισκέπτες σε έναν πληθυσμό 10 εκατομμυρίων. Αυτή η υπερβάλλουσα ζήτηση δημιούργησε πληθωρισμό 2,9%, υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό (2,1%), αλλά αυτό είναι φυσικό δεδομένου του τουριστικού όγκου.

Προοπτικές για το 2026 υπό το σκιά της αβεβαιότητας
Για το 2026, ο Διοικητής προέβλεψε ελαφρή επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,9%, υπό την προϋπόθεση ότι η γεωπολιτική κρίση θα εκτονωθεί σύντομα. Ωστόσο, επισήμανε ότι οι κίνδυνοι παραμένουν καθοδικοί λόγω της πολεμικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή και της αβεβαιότητας των διεθνών αγορών.
Οι επενδύσεις αναμένεται να συνεχίσουν την άνοδό τους κατά 8,8%, με συνέργεια μεταξύ του ιδιωτικού τομέα, των τραπεζών και του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο κ. Στουρνάρας καθησύχασε τους φόβους για απότομο οικονομικό κενό μετά τη λήξη του Ταμείου, καθώς τα κοινοτικά προγράμματα θα παρέχουν συνεχή στήριξη.
Παραγωγικότητα και ψηφιακή μετάβαση
Ο Διοικητής ανέφερε ότι η λύση για την αύξηση της αγοραστικής δύναμης δεν βρίσκεται σε περικοπές, αλλά στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Αυτό περιλαμβάνει βελτίωση των υπηρεσιών του κράτους, επιτάχυνση της δικαιοσύνης, μείωση της γραφειοκρατίας και επενδύσεις σε κεφαλαίουχο εξοπλισμό.
Στον πρωτογενή τομέα, ο κ. Στουρνάρας έφερε ως παράδειγμα την Ολλανδία, η οποία είναι 4-5 φορές πιο παραγωγική στη γεωργία λόγω τεχνολογίας. Σχετικά με την παραοικονομία, οι ψηφιακές συναλλαγές και τα POS έχουν περιορίσει σημαντικά τα «μαύρα χρήματα», αν και παραμένουν στο 20-21% του ΑΕΠ έναντι 15-16% στην ΕΕ.
