Η ετήσια άδεια με αποδοχές είναι κρίσιμο θέμα για χιλιάδες εργαζομένους στην Ελλάδα πριν το καλοκαίρι. Οι κανόνες για τη διάρκεια και τον χρόνο χορήγησης καθορίζονται από το νόμο.
Τι ακριβώς συνέβη
Ο εργαζόμενος σε πενθήμερη απασχόληση λαμβάνει 20 ημέρες άδεια το πρώτο έτος από την πρόσληψη. Στο δεύτερο έτος το δικαίωμα αυξάνεται σε 21 ημέρες και από το τρίτο έτος και μετά σε 22 ημέρες.
Εργαζόμενοι με μακροχρόνια προϋπηρεσία έχουν επιπλέον δικαιώματα: μετά 10 έτη στον ίδιο εργοδότη ή 12 συνολικά φτάνουν έως 25 ημέρες. Μετά 25 έτη προϋπηρεσίας δικαιούνται έως 26 ημέρες.
Για εργαζόμενους σε εξαήμερο ωράριο οι ημέρες υπολογίζονται αναλόγως του συστήματος εργασίας και των νόμιμων κλιμακώσεων που προβλέπει η εργατική νομοθεσία.
Αντιδράσεις ή πλαίσιο ή επιπτώσεις
Ο νόμος επιβάλλει ότι τουλάχιστον το 50% του προσωπικού μιας επιχείρησης πρέπει να πάρει την άδεια του μεταξύ 1ης Μαΐου και 30 Σεπτεμβρίου. Η ρύθμιση στοχεύει στην ομαλή λειτουργία επιχειρήσεων και στην κάλυψη αναγκών θερινού ωραρίου.
Ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει συγκεκριμένη περίοδο. Ο εργοδότης οφείλει να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από το αίτημα. Εάν δεν δοθεί, υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης από τον εργοδότη.
Το επίδομα άδειας πληρώνεται μαζί με την άδεια. Για μισθωτούς αντιστοιχεί σε μισό μηνιαίο μισθό. Για εργαζόμενους με ημερομίσθιο υπολογίζεται σε 13 ημερομίσθια, αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές 15 ημερών.
Τι ακολουθεί / ανάλυση
Οι εργαζόμενοι πρέπει να προγραμματίσουν την άδειά τους νωρίς την άνοιξη. Να ζητήσουν γραπτώς την περίοδο και να κρατήσουν αποδεικτικά επικοινωνίας με τον εργοδότη.
Οι επιχειρήσεις οφείλουν να οργανώσουν τα τμήματα ώστε να καλύπτεται τουλάχιστον το 50% των αδειών το διάστημα Μαΐου-Σεπτεμβρίου. Η σωστή εφαρμογή των κανόνων αποφεύγει πρόστιμα και διαφοροποιήσεις στην λειτουργία.
Σε περίπτωση διαφωνίας, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει παρέμβαση αρμόδιων υπηρεσιών εργασίας και δικαστική λύση για αποζημίωση ή καταβολή του επιδόματος άδειας.
