—
Η φυσική προέλευση του κορονοϊού επιβεβαιώνεται από νέα επιστημονική μελέτη
Μετά από χρόνια έντονης συζήτησης και αμφισβήτησης, μια νέα επιστημονική έρευνα δημοσιευμένη στο περιοδικό Cell φέρνει σαφήνεια στο ζήτημα της προέλευσης του κορονοϊού. Η μελέτη καταδεικνύει ότι ο ιός SARS-CoV-2 δεν είναι προϊόν εργαστηριακής παρέμβασης, αλλά αποτέλεσμα φυσικής εξέλιξης και μετάδοσης από ζώα στον άνθρωπο.
Η έρευνα, με επικεφαλής τον ιολόγο Joel Wertheim από το University of California San Diego, ανέλυσε επτά μεγάλες επιδημίες που εμφανίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Οι επιστήμονες εξέτασαν ιούς όπως ο Ebola, η γρίπη και η Mpox, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν υπάρχουν ενδείξεις τεχνητής δημιουργίας πριν προκαλέσουν πανδημίες.
Τα ευρήματα της έρευνας
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπήρξαν ασυνήθιστες γενετικές αλλαγές στον κορονοϊό που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν εργαστηριακή παρέμβαση. Πιο συγκεκριμένα, δεν εντοπίστηκαν στοιχεία ότι η ένταση της φυσικής επιλογής στον ιό άλλαξε δραματικά λίγο πριν μεταδοθεί στους ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι ο ιός εξελίχθηκε φυσικά μέσα στους ζωικούς ξενιστές του και η μετάδοση στον άνθρωπο συνέβη χωρίς να απαιτείται κάποια ειδική προηγούμενη προσαρμογή.
Σύμφωνα με τον Joel Wertheim, η μετάδοση του ιού στους ανθρώπους ήταν απλώς θέμα συγκυρίας. Ο ιός αποδείχθηκε τυχαία ιδιαίτερα αποτελεσματικός στη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο, γεγονός που επέτρεψε την ταχεία εξάπλωσή του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτή η ικανότητα δεν ήταν αποτέλεσμα σχεδιασμού, αλλά της φυσικής εξέλιξης.
Η πανδημία του κορονοϊού ξεκίνησε τα τέλη του 2019 στην κινεζική πόλη Wuhan, κοντά σε μεγάλη αγορά θαλασσινών και ζωντανών ζώων. Αρχικά θεωρήθηκε ότι η μετάδοση του ιού στον άνθρωπο πραγματοποιήθηκε σε εκείνο το σημείο, αν και αρκετοί επιστήμονες δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο να είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Οι περισσότερες επιστημονικές αναλύσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ιός είχε ζωονοσογόνο προέλευση, δηλαδή προήλθε από κάποιο ζώο, πιθανότατα από νυχτερίδες ή συγγενικά θηλαστικά.
Η εξαίρεση της γρίπης H1N1
Ωστόσο, η μελέτη εντόπισε μόνο μία πιθανή εξαίρεση στην ιστορία των πανδημιών: την επανεμφάνιση της γρίπης H1N1 influenza A το 1977, γνωστή και ως Russian flu 1977. Σε εκείνη την περίπτωση, τα γενετικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι ο ιός είχε εξελιχθεί πριν ξεκινήσει η επιδημία, γεγονός που έχει οδηγήσει ορισμένους επιστήμονες να υποθέσουν ότι ίσως σχετίζεται με εργαστηριακό ατύχημα. Παρά την εξαίρεση αυτή, οι ερευνητές τονίζουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των επιδημιών προέρχεται από φυσική μετάδοση.
Η σημασία αυτής της έρευνας έγκειται στο ότι η κατανόηση των μηχανισμών φυσικής μετάδοσης ιών θεωρείται κρίσιμη για την πρόληψη μελλοντικών πανδημιών και την ενίσχυση της παγκόσμιας υγειονομικής ασφάλειας.
